
Έπαιζαν παρέα για καμιά ώρα περίπου
Διάλεγαν αριθμούς στη τύχη.. τρεις ο ένας και τρεις ο άλλος
Ο τρελός ταξιτζής και ο ήρεμος συνταξιούχος αστυνομικός έγιναν φίλοι μέσα στο πρακτορείο και ταίριαξαν τόσο που μοιράστηκαν την τύχη τους εκείνο το βράδυ
Παρακολουθούσαν τις κληρώσεις σχολιάζοντας χαλαρά και έδειχναν να το διασκεδάζουν
Έλεγαν ιστορίες παλιές για τσόγους τρελούς κάπου κάποτε που έχασαν πολλά λεφτά ή κάποια άλλη φορά που πέρασε η τύχη και τους έκλεισε το μάτι βιαστική
Αρχίζει μια νέα κλήρωση και ένιωσα την αγωνία τους από μακριά..
-Το 6 λείπει, άκουσα τον ταξιτζή να λέει σιγανά σα να μην ήθελε να τρομάξει την μπαλίτσα που κρατούσε τα λεφτά τους μέσα της
-Και το 6 ήρθε, λέει ο συνταξιούχος αστυνομικός γελώντας δυνατά
Έχεις λεφτά να μας πληρώσεις, Μαρία? ρωτάνε και οι δυο μαζί και όταν τους είπα ναι, άρχισαν να κάνουν σχέδια…
-700 ο καθένας.. δεν είναι άσχημα
-Θα πληρώσω το νοίκι να ηρεμήσω κι εγώ κι η σπιτονοικοκυρά μου και τα υπόλοιπα θα τα παίξω χωρίς να έχω άγχος, λέει ο ταξιτζής
-Θα τα βάλω στην άκρη να μαζεύονται όσα έχω πάρει σιγά σιγά γιατί έτσι πάρει χαμπάρι η γυναίκα μου πόσα έχω παίξει θα με κρεμάσει, λέει ο συνταξιούχος αστυνομικός
-Ναι, ναι, συμφωνούσαν περιμένοντας να μετρήσω τα λεφτά τους
-Ρε συ Δημήτρη… έχεις όρεξη να πληρώσεις διόδια απόψε?
-Να περάσω από το σπίτι μου πρώτα
Οκ, συμφώνησαν και έφυγαν για Λουτράκι