Πέρασε η ώρα, ετοιμαζόμουν να κλείσω και να πάω σπίτι μου επιτέλους.
Όταν τον είδα να μπαίνει με φόρα στο μαγαζί δυσανασχέτησα.. άντε άλλος ένας και έφυγα, σκέφτηκα και έβγαλα την τσάντα από τον ώμο.
Κάθησε σε ένα τραπέζι, άνοιξε όλες τις εφημερίδες που υπήρχαν και στρώθηκε για τα καλά.
Ας κάνω λίγο υπομονή, θα φύγει πού θα πάει?
-Το 125 είναι φραγμένο?
-Ναι, από το απόγευμα.
-Στο διάολο κι αυτοί, μονολογεί.
-Για να βάλω στάνταρ πρέπει να διαλέξω και σύστημα? συνεχίζει
-Ναι, οπωσδήποτε.
-Να πάνε στο διάολο όλοι τους….
Τώρα αυτό είναι τζόγος.. έτσι δεν είναι? αναρωτιέται αφήνοντας κάτω τα στυλό και τα δελτία.
-Εντελώς, απαντώ στην ηλίθια ερώτηση
-Μας παίρνουν τα σώβρακα και λέμε και ευχαριστώ δηλαδή… στο διάολο όλοι τους, στο διάολο και ακόμα παραπέρα… δεν παίζω τίποτα, άλλαξα γνώμη, να πάνε να πνιγούν, να πάνε στο διάολο…μπλα μπλα μπλα.
Δεν θα βγάλουμε άκρη, σκέφτομαι..
-Κλείνουμε σε λίγα λεπτά, αν δεν παίξετε τελικά να κλείσω τις μηχανές, του λέω όσο πιο ευγενικά μπορώ μετά από τόσους διαόλους που έχω ακούσει.
Αγριεύει, σηκώνεται, έρχεται προς το μέρος μου κρατώντας καμιά δεκαριά δελτία
-Θα κλείσεις όταν φύγω, δεν φτάνει που μας τα παίρνετε με το γάντι, μας διώχνετε κιόλας…
Δεν πάτε στο διάολο όλοι μαζί?
-Μάλιστα, ότι πείτε.
Δουλειά κι αυτή…